Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

Σκλήρυνση Κατά Πλάκας: Τι νεώτερο υπάρχει.

Η Σκλήρυνση Κατά Πλάκας (ΣΚΠ) παραμένει μια άγνωστης αιτιολογίας νόσος. Η φλεγμονή που παρατηρείται σε περιοχές του εγκεφάλου (π.χ. στις πλάκες απομυελίνωσης), έχει οδηγήσει στην άποψη μιας διαταραχής του ανοσοποιητικού συστήματος. Δηλ. μιας ανώμαλης και υπερβολικής απάντησης του ανοσοποιητικού σε κάποιον εξωτερικό παράγοντα (πιθανόν να είναι κάποιος ιός, όχι απαραίτητα τόσο βλαπτικός για τον οργανισμό). Έτσι το ανοσοποιητικό αντί να καταστρέψει αποκλειστικά τον εξωτερικό αυτόν παράγοντα, επιτίθεται και καταστρέφει την μυελίνη του κεντρικού νευρικού συστήματος (αυτοάνοση διαταραχή).

Για τον λόγο αυτό όλες οι θεραπευτικές προσπάθειες αποσκοπούν στην καταστολή ή τροποποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και στον περιορισμό της φλεγμονής που προκύπτει. Χρησιμοποιούνται κλασικά ανοσοκατασταλτικά φάρμακα όπως η κορτιζόνη και πιο σύγχρονα όπως οι ιντερφερόνες και το τελευταίας κυκλοφορίας natalizumab.

Τα σύγχρονα φάρμακα έχουν γίνει γενικά αποδεκτά ως αποτελεσματικά στο να περιορίσουν την έκταση της φλεγμονής και την βαρύτητα της νόσου. Παραμένει ο προβληματισμός σχετικά με την μακροχρόνια εξέλιξη της νόσου, εφ’ όσον τα φάρμακα αυτά δεν δρουν στην αιτία αλλά στο αποτέλεσμα που είναι η φλεγμονή. Επίσης έχουν το μειονέκτημα της ενέσιμης χορήγησης που συχνά προκαλεί την δυσφορία του ασθενούς. Μέσα στο 2010 αναμένεται ένα νέο ανοσοτροποποιητικό φάρμακο για την ΣΚΠ το οποίο θα χορηγείται από το στόμα. Ακόμη είναι νωρίς να συζητήσουμε για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου αυτού εφ’ όσον δεν έχουν ολοκληρωθεί οι κλινικές μελέτες. Τα αποτελέσματα πάντως θεωρούνται ενθαρρυντικά.

Οι ασθενείς με ΣΚΠ θα πρέπει να αισθάνονται ακόμη πιο αισιόδοξοι γιατί και άλλα φάρμακα δοκιμάζονται με ενθαρρυντικά αποτελέσματα και αναμένουμε κάποια ευχάριστα νέα στο επόμενο χρονικό διάστημα. Από αυτά χορηγούνται από το στόμα τα cladribine, teriflunomide, FTY720, fumaric acid, laquinimod και ενέσιμα τα alemtuzumab, rituximab, atacicept.

‘Όμως ο στόχος της θεραπείας θα πρέπει να είναι και η προστασία του ασθενούς από την εξέλιξη της νόσου. Σε χρόνιους πάσχοντες από ΣΚΠ συχνά παρατηρούνται μόνιμες βλάβες του νευρικού ιστού και αυτό έχει οδηγήσει στην σκέψη νευροεκφυλιστικού μηχανισμού. Δηλ. η ΣΚΠ να μην οφείλεται αποκλειστικά σε διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, αλλά να πρόκειται για νευροεκφυλιστικό νόσημα (δηλ. ένα νόσημα το οποίο προοδευτικά προκαλεί την καταστροφή του νευρικού ιστού όπως π.χ. η νόσος Alzheimer και η νόσος του Parkinson).

Έτσι δεν θα πρέπει να στοχεύουμε μόνο στο ανοσοποιητικό σύστημα αλλά και σε κάτι άλλο το οποίο δυστυχώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί τι είναι. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν ενδείξεις ότι κάποια φάρμακα δρουν νευροπροστατευτικά στην ΣΚΠ. Πρόκειται για τα fumaric acid, FTY720, ibudilast, minicycline, E2007, lamotrigine, αλλά χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί κατά πόσον αυτό ισχύει.

Τελειώνοντας θα πρέπει να επισημάνω ότι για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για αποτελεσματικότητα και ασφάλεια των νέων φαρμάκων (που δεν έχουν ακόμη πάρει άδεια κυκλοφορίας) θα πρέπει να ολοκληρωθούν οι σχετικές μελέτες άρα θα πρέπει να δείξετε την απαραίτητη υπομονή! Απλά όσο περισσότερα φάρμακα δοκιμάζονται τόσο και αυξάνονται οι ελπίδες των πασχόντων από ΣΚΠ για ένα καλύτερο αύριο.

Παρασκευή, 12 Ιουνίου 2009

Η ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΤΗΤΗΤΑ

4. ΑΙΣΘΗΤΙΚΟΤΗΤΑ

(το παρακάτω άρθρο έχει ληφθεί από "Ειδική Νευροφυσιολογία. Γ. Καπαρός, ΤΕΙ Αθηνών 1999")

Αισθητικότητα ονομάζεται η ικανότητα (ιδιότητα) να αντιλαμβανόμαστε τις μεταβολές του εξωτερικού περιβάλλοντος αλλά και του ίδιου του οργανισμού μας. Μέσω της αισθητικότητας οι πληροφορίες φτάνουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπου αναλύονται ώστε να επιτευχθεί η λεπτομερής αντίληψη του ερεθίσματος και ακολούθως να προετοιμαστεί η απάντηση μέσω του κινητικού συστήματος.

Η αισθητικότητα μπορεί να είναι:

-επικριτική, δηλ. το αισθητικό ερέθισμα να αναλύεται σε όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες ώστε να αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια την ποιότητά του (υφή, ένταση κ.τ.λ.). Π.χ. όταν ψηλαφούμε ένα αντικείμενο έχουμε την δυνατότητα να περιγράψουμε το σχήμα του, την υφή του και επομένως να υποθέσουμε με ακρίβεια περί τίνος πρόκειται χωρίς να το κοιτάξουμε. Η έδρα της επικριτικής αισθητικότητας βρίσκεται στον φλοιό στην αισθητική περιοχή του βρέγματος. Βλάβες της περιοχής αυτής προκαλούν στερεοαγνωσία δηλ. ο ασθενής δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει το είδος του αντικειμένου που ψηλαφά.

-πρωτοπαθητική, δηλ. το αισθητικό ερέθισμα μας δίνει γενικές πληροφορίες για την ποιότητά του του. Π.χ. ο ασθενής με στερεοαγνωσία είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι ψηλαφά ένα αντικείμενο, αλλά, δεν μπορεί να αναγνωρίσει το είδος του αντικειμένου που ψηλαφά. Ο θάλαμος είναι η ανατομική περιοχή με ιδιαίτερη σημασία στην πρωτοπαθητική αισθητικότητα. Οι συνδέσεις του θαλάμου με το μεταιχμιακό σύστημα προσθέτουν την συναισθηματική αντίδραση στο ερέθισμα, ενώ, μέσω του υποθαλάμου επιτυγχάνεται η φυτική αντίδραση.

Η αισθητικότητα υποδιαιρείται σε:

-επι πολής αισθητικότητα. Πρόκειται για την αισθητικότητα που προέρχεται από το δέρμα (θερμό, ψυχρό, άλγος, αφή). Το αισθητικό ερέθισμα φτάνει στον νωτιαίο μυελό μέσω των νευραξόνων (ίνες Αδ και C) των αισθητικών κυττάρων που βρίσκονται στα παρασπονδύλια γάγγλια. Οι νευρώνες αυτοί έχουν σχήμα ανεστραμμένου «τ» εφ’ όσον ο νευράξονας δεν σταματά στο παρασπονδύλιο γάγγλιο αλλά συνεχίζει εισερχόμενος μέσω των οπισθίων ριζών στα οπίσθια κέρατα του νωτιαίου μυελού. Εκεί δίνει σύναψη με τον δεύτερο αισθητικό νευρώνα του οποίου ο νευράξονας διασχίζει την μέση γραμμή του νωτιαίου μυελού περνώντας αντίπλευρα και ακολούθως ανέρχεται προς τα επάνω έως τον ομόπλευρο θάλαμο (νωτιοθαλαμικό δεμάτιο). Στον θάλαμο βρίσκεται ο τρίτος αισθητικός νευρώνας του οποίου ο νευράξονας καταλήγει στον αισθητικό φλοιό του βρεγματικού λοβού. Οι νευράξονες που μεταφέρουν αισθητικά ερεθίσματα θερμού – ψυχρού - άλγους ανέρχονται 1-2 μυελοτόμια πριν διασχίσουν την μέση γραμμή του νωτιαίου μυελού ενώ εκείνοι της αφής ανέρχονται περισσότερα μυελοτόμια.

-εν τω βάθει αισθητικότητα. Πρόκειται για την αισθητικότητα που προέρχεται από εν τω βάθει και μη αισθητικούς υποδοχείς και μεταφέρει πληροφορίες απαραίτητες για την ρύθμιση της κινητικότητας των σκελετικών μυών. Διαιρείται σε ασυνείδητη και σε συνειδητή. Η ασυνείδητη (Αα ίνες) προέρχεται από την νευρομυϊκή άτρακτο και τα σωμάτια Golgi και μας δίνει πληροφορίες για τον μυϊκό τόνο και τον βαθμό συστολής του μυός. Η συνειδητή (Αβ ίνες) μας δίνει πληροφορίες για την θέση των μελών στο χώρο (όταν έχουμε κλειστούς τους οφθαλμούς), την παλλαισθησία, την κιναισθησία, την πίεση, την ψηλάφιση κ.α. Οι υποδοχείς της συνειδητής εν τω βάθει αισθητικότητας βρίσκονται τοποθετημένοι σε εν τω βάθει ανατομικούς σχηματισμούς όπως οι αρθρικοί θύλακες, αλλά και στην υποδερμίδα (υποδοχείς πίεσης, παλλασθησίας κ.α.).

Τα ερεθίσματα της εν τω βάθει αισθητικότητας, επίσης, μεταφέρονται από τους αισθητικούς νευρώνες των παρασπονδυλίων γαγγλίων στα οπίσθια κέρατα του νωτιαίου μυελού. Εκεί οι νευράξονες της ασυνείδητης αισθητικότητας δίνουν απ’ ευθείας σύναψη με τους κινητικούς νευρώνες (απ’ όπου προκύπτει το μονοσυναπτικό οστεοτενόντιο αντανακλαστικό), ενώ, εκείνοι της συνειδητής ανέρχονται ομόπλευρα προς τα επάνω (μέσω των οπισθίων δεματίων του νωτιαίου μυελού) έως τον προμήκη μυελό. Εκεί δίνουν σύναψη με τον δεύτερο αισθητικό νευρώνα στους πυρήνες του Goll και Burdach. Οι νευράξονες του δεύτερου αισθητικού νευρώνα διέρχονται τη μέση γραμμή και καταλήγουν στον αντίπλευρο θάλαμο. Στον θάλαμο βρίσκεται ο τρίτος αισθητικός νευρώνας του οποίου ο νευράξονας καταλήγει στον αισθητικό φλοιό του βρεγματικού λοβού.

Οι οπίσθιες δέσμες του νωτιαίου μυελού αποτελούνται από δύο δεμάτια το ισχνό και το σφηνοειδές. Το ισχνό μεταφέρει την εν τω βάθει αισθητικότητα από τα κάτω άκρα και καταλήγει στον πυρήνα του Goll. Το σφηνοειδές μεταφέρει την εν τω βάθει αισθητικότητα από τα άνω άκρα και καταλήγει στον πυρήνα του Burdach. Γι’ αυτό το λόγο το σφηνοειδές δεμάτιο δεν υπάρχει κάτω από το Θ6 επίπεδο.

Παρατηρούμε ότι και στις δύο περιπτώσεις (επί πολής και εν τω βάθει) τα ερεθίσματα καταλήγουν στον αντίπλευρο αισθητικό φλοιό.

Οι πληροφορίες από την εν τω βάθει αισθητικότητα (συνειδητή και ασυνείδητη) μεταδίδονται και στην παρεγκεφαλίδα μέσω των νωτιο – παρεγκεφαλιδικών οδών (βλ. παράγραφο για την παρεγκεφαλίδα στο κεφάλαιο της κινητικότητας).